Category Archives: ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ

ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ; ΟΧΙ ΑΠΟΨΕ, ΟΔΗΓΩ.. (απολαύστε υπεύθυνα)

Αν και τρεις φορές κάθε χρόνο η καθημερινή μας ζωή περιστρέφεται λίγο ή πολύ γύρω από τις εξεταστικές, πολύ σπάνια σκεφτόμαστε πάνω σ’ αυτές, και ακόμα πιο σπάνια αμφισβητούμε την εγκυρότητα, την αλήθεια τους. Παρ’ όλα αυτά, ο θεσμός των εξεταστικών ενσαρκώνει συγκεκριμένες αξίες και αποτυπώνει συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες εντοπίζονται και στο σύνολο των πανεπιστημιακών θεσμών εν γένει, και θεωρούμε ότι δεν πρέπει να αναπαυθούμε αν δεν εξαντλήσουμε την κριτική τους.

Ας αναλογιστούμε, για αρχή, πόσο προσομοιάζει η εξεταστική περίοδος στο πρότυπο του εργοστασιακού ελέγχου. Ο/η εργαζόμενος/η είναι αναγκασμένος να παρουσιαστεί προ των ανωτέρων του και να βάλει τα δυνατά του ώστε να αποδείξει ότι είναι κατάλληλος για να διατηρήσει τη θέση του ή να ανελιχθεί στην αλυσίδα της παραγωγής. Ειδάλλως, απολύεται, συνήθως. Αντίστοιχα, στην εξεταστική οι φοιτήτριες/ες καλούνται να απομνημονεύσουν και να αναπαράξουν μηχανικά ένα ογκώδες σύνολο πληροφοριών για να περάσουν το μάθημα και να πάρουν τελικά το πτυχίο τους. Γιατί μας ενδιαφέρει όμως αυτή η ομοιότητα; Δε θα μας ενδιέφερε, αν δεν απειλούσε αυτό που θεωρούμε ουσία του πανεπιστημίου, δηλαδή το πεδίο και τη δυνατότητα της ανάδυσης δημιουργικότητας και κοινωνικής αμφισβήτησης.
Καταρχάς, ο τρόπος αυτός αξιολόγησης είναι πλήρως συνδεδεμένος με την ίδια τη διαδικασία παροχής της πανεπιστημιακής γνώσης, όπου το εκάστοτε αντικείμενο κατακερματίζεται και διασπάται σε επιμέρους στοιχεία, μέχρις σημείου να μην καταλαβαίνουμε γιατί και για ποιον μαθαίνουμε, ώστε η παπαγαλία να φαντάζει τελικά «λογική επιλογή».. Επιπλέον, η μαζική και τυποποιημένη αξιολόγηση παραβλέπει και δε σέβεται τις ατομικές ιδιαιτερότητες των εξεταζόμενων. Τους αντιμετωπίζει σαν ένα σύνολο απόλυτα ομοίων ατόμων και τους αξιολογεί με ό,τι καθορίζεται κάθε φορά ως «αντικειμενικό» κριτήριο εξέτασης. Αρέσει όμως η εξεταστική; Αν όχι, γιατι δεν την αμφισβητεί κανείς; Πέρα από τις περιστασιακές, άσφαιρες γκρίνιες που ακούμε στους διαδρόμους και τα κυλικεία, η αποστήθιση και η μηχανοποίηση της σκέψης βολεύει μια χαρά όποιον δεν ενδιαφέρεται να αμφισβητήσει την (από έδρας) εγκυρότητα του καθηγητικού λόγου και να αναρωτηθεί για τη χρησιμότητα των όσων μαθαίνει. Όσο δεν ασκούμε τελικά κριτική στην ίδια τη γνώση και το ίδιο το πανεπιστήμιο, θα έχουμε και την εξέταση που μας αρμόζει.
Η εξεταστική, συμπυκνώνοντας, είναι αναπόσπαστο μέρος της συνολικής γραφειοκρατικής-ιεραρχικής οργάνωσης του πανεπιστημίου. Μας αποκλείει ως φοιτητικό σώμα από την άσκηση εξουσίας πάνω στις ζωές και την καθημερινότητά μας, και μας πνίγει ως δημιουργικά άτομα μέσα στην παπαγαλία και την τυποποίηση. Μέσα σ’ όλα αυτά, δημιουργεί εν τέλει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ένταξή μας στο υπάρχον εργασιακό καθεστώς της επισφάλειας, της πειθάρχησης και της επανακατάρτισης, καθώς θα ‘χουμε ήδη συνηθίσει σε τέτοια «ανθρώπινα» περιβάλλοντα απ’ τα φοιτητικά μας χρόνια..
Προτείνουμε για αρχή, τέλος, μία νέα παράσταση για την εξεταστική. Θεωρούμε ότι πρέπει να συζητάται μέσα στις γενικές συνελεύσεις μαζί με άλλα φοιτητικά/κοινωνικά θέματα, ώστε αντί να εμποδίζει την ανάδυση αγώνων, να συνδέεται μαζί τους. Να μην αποτελεί πια για μας ένα τεχνοκρατικό-διοικητικό ζήτημα του τμήματος, το οποίο θα πρέπει να υποστούμε και αυτήν την φορά καρτερικά. Να διεκδικήσουμε την εξουσία που μας αναλογεί πάνω στην καθημερινότητά μας.

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ
ΣΤΙΣ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΑΜΕ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

λίγα λόγια για τις φοιτητικές εκλογές…

Το πανεπιστήμιο δεν είναι ένας θεσμός αποκομμένος από την συνολική κοινωνική οργάνωση,αλλά αντιθέτως, αναπαράγει τις κυρίαρχες για τη σημερινή κοινωνία αξίες της ανάθεσης και της αντιπροσώπευσης, της απάθειας του κόσμου για τα κοινά και της ιδιώτευσης. Οι σημασίες αυτές ενσαρκώνονται στα πλαίσια των φοιτητικών συλλογών στο θεσμό των εκλογών και των διοικητικών συμβουλίων, τα οποία προκύπτουν ανάλογα με τους εκλογικούς συσχετισμούς των παρατάξεων (δου/σου:θεσμός που στηρίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχουν ειδικοί της πολιτικής οι οποίοι είναι οι ικανότεροι να διαχειριστούν τις υποθέσεις που αφορούν τα κοινά).

Ενάντια σε οποιαδήποτε τέτοια παραδοχή, θεωρούμε πως ο θεσμός των εκλογών δεν είναι δημοκρατικός μα ξεκάθαρα αριστοκρατικός, καθώς το σώμα των ψηφοφόρων καλείται να εκλέξει αυτούς που θεωρεί άριστους στην πολιτική παραχωρώντας τους τη βούλησή του: απλά και μόνο για να αποφασίζουν για λογαριασμό του. Άμεση απόρροια αυτής της διαδικασίας είναι η αντιμετώπιση της πολιτικής σαν μια πρακτική τέχνη ίσως (π.χ. ξυλουργική), την οποίαάλλοι κατέχουν και άλλοι όχι, και συνεπώς οι (πλειοψηφούντες…) δεύτεροι να πρέπει να την αφήνουν στους “πεφωτισμένους” πρώτους (παρατάξεις, κόμματα και τα σχετικά). Να που αβίαστα περνάμε στο ζήτημα των γενικών συνελεύσεων, στον αντίκτυπο που έχουν λογικές σαντις παραπάνω σε αυτές… οι γενικές συνελεύσεις εκτός από την μεγάλη αποφασιστική ισχύ που εξορισμού κατέχουν για ζητήματα των φοιτητικών συλλόγων,(οφείλουν να) είναι η μοναδική απόλυτασυλλογική και συμμετοχική διαδικασία του πανεπιστημίου, η οποία, εξασφαλίζοντας την ελευθερία λόγου/και την ισότητα ψήφου για όλες και όλους,θα δημιουργεί τις βάσεις που απαιτούνται για τηνδιεξαγωγή πολιτικού διαλόγου και ζυμώσεων, όσο και για την ανάπτυξη συλλογικής συνείδησης. Η χρήσητους, παρ’ όλα αυτά, απέχει από τα παραπάνω. Οι γενικές συνελεύσεις κυριαρχούνται από τις λογικές της αντιπροσώπευσης και της στείρας παραταξιακής αντιπαράθεσης. Η πλειοψηφία της συνέλευσης, ωθούμενη από αδιαφορία για ενεργή συμμετοχή στα κοινά και τη διαμόρφωση συνθηκών ουσιαστικής ύπαρξής στην συνέλευση, αναθέτει στους ειδικούς την πολιτική δράση και τη συγκρότηση λόγου διατηρώντας τον παθητικό, σχεδόν εθιμοτυπικό, ρόλο του επικυρωτή ήδη διαμορφωμένων πολιτικών πλαισίων που της προτείνονται προς ψήφιση, δίχως να διεκδικεί χώρο ουσιώδους συλλογικής συμβολής στις αποφάσεις διαμέσου πολιτικού διαλόγου, αφήνοντας στις γραφειοκρατικές διαδικασίες-παρατάξιακές συνεννοήσεις και τον περιορισμό της βάσης σε γελοίους πανηγυρισμούς και επιλογήτου΄΄καλύτερου΄΄ στο τέλος, να δίνουν το στίγμα της ΄΄ολικής΄΄ συμμετοχής από τη μία και της ανάθεσης/αντιπροσώπευσης από την άλλη. Για εμάς η πολιτική δεν είναι θέμα τεχνικής, μα θέμα γνώμης. Επιπλέον, οποιαδήποτε κριτική του υπάρχοντος, αν θέλει να το αμφισβητήσει/μετασχηματίσει ριζικά αντί να προσφέρει άλλη μία στείρα αντίδραση, δε μπορεί παρά να συνδέεται με ένα θετικό, συνολικό πρόταγμα για μία άλλη κοινωνικήοργάνωση. Βασισμένοι/-ες σε αυτή τη θέση και αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα ως δημιούργηματων ίδιων των ανθρώπων/όχι κάποιας εξωτερικής παρέμβασης υιοθετούμε το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας. Ενάντια σε κάθε αντιπροσωπευτικό (εκλογές) και διαχωρισμένο αποφασιστικό θεσμό (διοικητικά συμβούλια), αναγνωρίζουμε πως πρέπει όλοι και όλες να έχουμε πάθος για τα κοινά, για τη διεύθυνση των υποθέσεών/και ζωών μας, ενεργώντας εμείς οι ίδιοι/-ες, εδώ και τώρα και μη αναθέτοντας σε κανέναν.

ΠΚΣ: Ο ΕΠΙΜΕΝΩΝ ΣΤΑΛΙΝΙΚΑ

ή ’’θα ρωτήσω τον καθοδηγητή μου και θα σου απαντήσω’’

Από την αρχή των προσπαθειών για εισέλθει ο σύλλογός μας σε αγωνιστική κατεύθυνση ενάντια στην επικείμενη εφαρμογή του νόμου-πλαισίου και του νέου εσωτερικού κανονισμού, η παράταξη της ΠΚΣ έχει δράσει ως επί το πλείστον διαλυτικά σε αυτήν την προσπάθεια. Η αρχή έγινε με την άρνησή της (από κοινού με τη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ) πριν από δύο εβδομάδες να υπογράψει στο διοικητικό συμβούλιο (δου.σου) για τη διεξαγωγή γενικής συνέλευσης (γου.σου.) με την καινοτόμο δικαιολογία ότι ο σύλλογος δεν είναι ακόμη έτοιμος για να συνεδριάσει (!). Η συνέχεια δόθηκε μετά από μια εβδομάδα στη γενική συνέλευση στις 20/5 (η ΠΚΣ υπέγραψε για αυτήν, αλλά όπως θα φανεί σε λίγο, μάλλον ήταν δώρο άδωρο) αφου από την αρχή η ΠΚΣ έκανε τα πάντα για να μην πραγματοποιηθεί. Συγκεκριμένα από το πρώτο 15λεπτο διατεινόταν ότι δεν υπάρχει αρκετός κόσμος για την απαρτία ώστε να πραγματοποιηθεί η συνέλευση, όταν συνήθως οι γου.σου. αρχίζουν 2-3 ώρες μετά την προγραμματισμένη ώρα. Αφού τοποθετήθηκε εκτός διαδικασίας και πραξικοπηματικά 3-4 φορές για 20 λεπτά τη φορά και μονοπωλώντας το μικρόφωνο με τη βία, εγκατέλειψε τη συνέλευση στα μισά της διαδικασίας ακυρώνοντας την απαρτία της συνέλευσης με δικαιολογία ότι ο κόσμος δεν ήταν αρκετός (πάνω από 300 άτομα και συνέχιζαν να έρχονται και άλλα) και ότι

“πρέπει να είμαστε συνεπείς στην ώρα μας” (!)

.

Η ΠΚΣ όμως δε σταμάτησε ούτε εκεί. Ακάθεκτη προχώρησε σε δικιά της συνέλευση την Πέμπτη 22/5 χωρίς απόφαση δου.σου., χωρίς συλλογή υπογραφών, χωρίς να ενημερώσει κανέναν. Αποτέλεσμα: Μια παρωδία συνέλευσης με συμμετοχή λιγότερων από 100 μέλη της ΠΚΣ-ΚΝΕ διάρκειας 30 λεπτών. Ευτυχώς για την κοινή λογική η ΠΚΣ είχε το τακτ να μην πάρει απόφαση. Και όλα αυτά για να καταφέρει να κατεβάσει το σύλλογο στην παραταξιακή της πορεία της Παρασκευής 23/5…Η διασπαστική αυτή δράση της ΠΚΣ δε μας ξάφνιασε (εντάξει, η αλήθεια είναι ότι μας έπιασε λίγο εξ απίνης). Δε διαφέρει πολύ από την δράση της στο προηγούμενο φοιτητικό κίνημα (φου.κου.) την περίοδο2006-07. Στην αρχή κατήγγειλε τις καταλήψεις ως ‘‘πυροτεχνήματα’’ και ως υποκινούμενες από το ΠΑΣΟΚ καιστη συνέχεια υποχρεώθηκε να συρθεί από τη δυναμική του κινήματος και να συμμετάσχει σε αυτό. Αλλά και τότε η στάση της δεν άλλαξε πολύ. Συνέχισε να κάνει δικές τς πορείες εμφανίζοντας δικά της δεύτερα πανό συλλόγων (και της φιλοσοφικής) και τραμπουκίζοντας στις διάφορες συντονιστικές επιτροπές. Η κριτική που κάνουμε δεν έχει τη λογική της καταγγελειολογίας, ούτε εξυπηρετεί κάποια δικά μας μικροπαραταξιακά συμφέροντα. Γίνεται στη βάση της υπεράσπισης της δημοκρατικότητας,ριζοσπαστικότητας και αυτονομίας τόσο των γενικών συνελεύσεων όσο και του ίδιου του φοιτητικού κινήματος απέναντι σε πρακτικές και λογικές σαν και αυτές της ΠΚΣ, τις οποίες θεωρούμε αντίθετες και υπονομευτικές σε τέτοια χαρακτηριστικά. Έτσι η πρακτική της ΠΚΣ να τραμπουκίζει άλλους πολιτικούς χώρους στις συνελεύσεις και να τις γελοιοποιεί (πέταγμα αντικειμένων του τύπου σερπαντίνες και χαρτιάΥΓΕΙΑΣ,γιουχαίσματα, διακοπή άλλων ομιλητών) και ο ξεκάθαρος διαχωρισμός που προσπαθεί να επιβάλει μεταξύ των ειδημόνων της πολιτικής και της υποτιθέμενα αδαούς μάζας στις συνελεύσεις -που συνιστά ξεκάθαρη αντανάκλαση των αντιδημοκρατικών, ιεραρχικών και γραφειοκρατικών σχέσεων που επικρατούνστο εσωτερικό της- δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά από τη λογική της πρωτοπορίας που τη διαπερνά. Τόσο η ΠΚΣ όσο και η ΚΝΕ (ΚΚΕ) συμμετέχουν μόνο σε ό,τι θεωρούν ότι μπορούν να ηγεμονεύουν και να ελέγχουν πολιτικά και αντιμετωπίζουν εργαλειακά και την ευκαιριακά (ναι, εννοούμε οπορτουνισμό) θεσμούς όπως η γενική συνέλευση ή ακόμη και κινήματα, με απώτερο στόχο τη στρατολόγηση κόσμου στις γραμμές τους και τη ψηφοθηρία. Οποιοδήποτε κίνημα θέλει να είναι ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό δεν μπορεί παρά να ασκεί κριτική και να στέκεται απέναντι σε τέτοιες νοοτροπίες.

ΓΙΑ ΚΙΝΗΜΑ ΜΑΖΙΚΟ ΚΑΙ ΑΧΕΙΡΑΓΩΤΗΤΟ Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΜΑΣ

Αθήνα 26/5/2008

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΞΑΚΟΥΣΤΗ ΤΟΥ ΤΣΕΓΚΙς ΧΑΝ Η ΧΩΡΑ

(Ονόματα τόπων: το όνομα Ονόματα τόπων: ο τόπος Μ.Προυστ)

Μακεδονία; Αν έχουμε διαγνώσει σωστά ο προηγούμενος όρος τυγχάνει διεκ-δίκησης από διάφορες ‘‘ομάδες’’ μακεδονομάχων.Τα κράτη που προσδιορίζονται από την διεθνή κοινότητα ως Βαλκανικά και οι κυβερνήσεις που ηγούνται αυτών για να πετύχουν μια εθνική ομοιογένεια, αναγκαίο συστατικό στοιχείο τους, κατέφυγαν σε μεθοδικές εκκαθαρίσεις μειονοτικών πληθυσμών και προσπάθειες απορρόφησης της όποιας ιδιαιτερότητάς τους( για παράδειγμα απαγόρευση χρήσης της γλώσσας τους). Συγκεκριμένα το ελληνικό κράτος συστηματικά αποφεύγει την αναγνώριση μακεδονικής μειονότητας εντός των συνόρων του και παρουσιάζει την Μακεδονία (γεωγραφική αναφορά) σαν να κατοικούταν αποκλειστικά από «έλληνες», καθόλη την διάρκεια της ιστορίας των τελευταί-ων 2400 ετών.Το παραπάνω εξυπηρέτησε τις επεκτατικές βλέψεις του ελληνικού κράτους και κατά την σύστασή του, αποκρύπτοντας ότι οι έλληνες της Μακεδονίας αποτελούσαν μία εκ των μειονοτήτων (μεταξύ των οποίων ήταν και η σλαβική, η μακεδονική, η εβραϊκή και η μουσουλμανική) μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους. Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι γεωγραφικό-αντίληψη που κυριαρχεί σήμερα και υιοθετείται από το ελληνικό κράτος και από μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας- αλλά αμιγώς πολιτικό. Συνεπώς το εγχείρη-μα του ελληνικού κράτους να οικειοποιηθεί το όνομα, την ιστορία και τον τόπο την Μακεδονίας δεν μπορεί να προτάσσεται ως δίκαιο. Αναγνωρίζουμε το δικαίωμα κάθε ανθρώπου(και ομάδας ανθρώπων) να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει και ως εκ τούτου το πρόσφατο veto που άσκησε το ελληνικό κράτος ήταν μια ξεκάθαρη επιθετική κίνηση και κορύφωση του μικρό-ιμπεριαλισμού και ηγεμονισμού του. Ο τελευταίος είχε ήδη διαφανεί με το εμπάργκο (1994) και το σχέδιο διαμελισμού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας από κοινού με τη Σερβία. Το ελληνικό κράτος-θύμα,όπως αυτοπαρουσιάζεται κάνοντας χρήση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, προκαλεί μόνο το γέλιο. Από την μεριά μας, θεωρώντας παράλογα τα σύνορα μεταξύ φυλών, εθνών και κοινωνικών τάξεων και επιδιώκοντας την εξάλειψή τους, εφορμούμε ενάντια σε ‘‘αόρατους’’ διαχωρισμούς, είτε προέρχονται από ελληνικής είτε από μακεδονικής πλευ-ράς. Συμβατικά τους υιοθετούμε και εμείς και τους προϋποθέτουμε για να αρθρώσουμε την πολεμική μας, ενάντια στον εθνικισμό και τον επεκτατισμό όπου παρουσιάζονται. Όντας συνεπείς αντικρατιστές και διεθνιστές, αν και στην παρούσα συγκυρία αναγνωρί-ζουμε την δυσκολία στην επιτευξιμότητα της παραπάνω θέσης, δεχόμαστε ως αμεσότερα εφικτή και προσωρινή την εναλλακτική ενός αεθνικού συνταγματικού κράτους. Βασική αρχή ενός τέτοιου κράτους είναι η αναγνώριση κάθε μειονότητας και σεβασμός προς οποιαδήποτε πολιτισμική έκφρασή της (γλώσσα, θρησκεία), όπως επίσης ίση πρόσβαση στα κεκτημένα συνταγματικά δικαιώματα.

ΑΜΕΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ Η ΓΗ

<

Με συνελεύσεις…καταλήψεις…διαδηλώσεις, ξαναρχίζουμε

Με συνελεύσεις…

Οι γενικές συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικά ποu καθιστούν τα πανεπιστήμια “δημόσιο χώρο”. Δηλαδή έναν χώρο όπου τα άτομα μπορούν να σuζητοuν ελεύθερα, να επιχειρηματολογούν και να αποφασίζουν από κοινού. Εκτός από την μεγάλη απoφασιστική ισχύ ποu κατέχουν για ζητήματα των φοιτητικών σuλλόγων, είναι η μοναδική απόλuτα σuλλογική και σuμμετοχική διαδικασία τοu πανεπιστημίοu, η οποία, εξασφαλίζοντας την ελευθερία λόγου και την ισότητα ψήφου για όλες και όλους, δημιοuργεί τις βάσεις ποu απαιτούνται για την διεξαγωγή πολιτικού διαλόγοu και ζuμωσεων. Η κατάστασή τοuς σήμερα όμως απέχει πολύ από τα παραπάνω. Όταν δεν φuτοζωούν λόγω της απαξίωσής τοuς από το φοιτητικό σώμα, οι γενικές σuνελεύσεις κuριαρχούνται από τις λογικές της αντιπροσώπευσης και της στείρας παραταξιακής αντιπαράθεσης. Η πλειοψηφία της σuνέλευσης, αδιαφορώντας για την ουσιαστική σuμμετοχή στα κοινά και τη διαμόρφωση των σuνθηκων ύπαρξης της, αναθέτει στους “ειδικούς” της πoλιτικής την πολιτική δράση και τη συγκρότηση του λόγου της συνέλευσης, μένοντας στον παθητικό ρόλο του επικυρωτή ήδη διαμορφωμένων πολιτικών πλαισίων που της προτείνονται προς ψήφιση χωρίς ουσιώδη συμβολή στις αποφάσεις του συλλόγου. Άμεση συνέπεια των παραπάνω η υποβάθμιση της διαδικασίας της γ.σ. με φαινόμενα που έχουμε παρατηρήσει όλοι-όλες κατά καιρούς: από τον ξύλινο λόγο των παρατάξεων, την κατάργηση της ισηγορίας με τις μακροσκελείς τποθτήσεις μέχρι την αρπαγή του μικροφώνου και τους αλληλοτραμπουκισμούς.Εμείς αντlθετα, προτείνουμε τη λειτουργία της γενικής συνελευσης με άλλοuς όρους, ώστε να διευκoλύνεται η διεξαγωγή πραγματικά δημοκρατικών συλλογικών διαδικασιών και να αποτρέπεται, όσο είναι δυνατόν, η γραφειοκρατικοποίησή τους:
• Κλήρωση του προεδρείου πριν από κάθε συνέλευση (με δυνατότητα σuμμετοχής οποιουδήποτε/ οποιασδήποτε, και όχι μόνο των μελων παρατάξεων.
• Δημιουργία κληρωτών και ανακλητών εκτελεστικών επιτροπών από τη συνέλεοση για τα πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν στην οργάνωση της διαδικασίας και τη διασφάλιση της υλοποίησης των αποφάσεων, προς αποφυγή οποιασδήποτε αυθαιρεσίας.
• Όσον αφορά τη λήψη των αποφάσεων, αντικατάσταση των πολυσέλιδων παραταξιακών πλαισίων από την ψήφιση μεμονωμένων πολιτικών προτάσεων για κάθε θέμα που τίθεται στη συνέλευση.
• Οι γενικές συνελεύσεις να μείνουν το μοναδικό όργανο του συλλόγου με αποφασιστικό χαρακτήρα του καταργώντας ουσιαστικά τα δευτεροβάθμια αντιπροσωπευτικά όργανα, όπως π.χ. τα διοικητικά συμβούλια (δου.σου.)

…καταλήψεις…

Καθώς η κατάληψη υπήρξε το βασικό μέσο πάλη του φοιτητικού κινήματος θεωρούμε ότι πρέπει να αναλυθεί ο ρόλος και η σημασία της. Η κατάληψη διακόπτοντας πλήρως την ακαδημαϊκή λειτουργία αποτέλεσε τον κυριότερο και πιο αποτελεσματικό μοχλό πίεσης στα χέρια των φοιτητών/τριών η συντριπτική πλειοψηφία όμως των φοιτητών/τριών οργανωμένων και μη , παρέμεινε εκεί τοποθετώντας την κατάληψη αποκλειστικά στη σφαίρα των μέσων οδηγώντας στην πλήρως εργαλειακή χρήση της με αποτέλεσμα να μην λειτουργήσουν οι καταλήψεις ως κοινωνικοί χώροι δημιουργίας και αμφισβήτησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και μορφών οργάνωσης αλλά να μείνουν πλήρως αποκομμένες και νεκρωμένες πλαισιωμένες από σκληροπυρηνικές μειοψηφίες του κινήματος. Αντίθετα για μας η κατάληψη πρέπει να αντιμετωπίζεται τόσο ως μέσο όσο και σαν σκοπός με την έννοια της επαναοικειοποίησης του χώρου και του χρόνου του πανεπιστημίου, και του πειραματισμού με μορφές αυτοοργάνωσης της καθημερινότητας. Θεωρούμε δηλαδή ότι οι καταλήψεις πρέπει να είναι ζωντανές (όχι απλά λουκέτα ) και πλαισιωμένες από τον ανένταχτο κόσμο. Να λειτουργούν δηλαδη ως χώροι πολιτικών ζυμώσεων με εκδηλώσεις , συζητήσεις και αντιμαθήματα (αντικατάσταση της καθιερωμένης εκπαιδευτικής διαδικάσίας).Το πρόταγμα για μια τέτοια είδους κατάληψη δεν αποτελεί δικό μας εγκεφαλικό κατασκεύασμα αλλά εντοπίζεται ιστορικά στις φοιτητικές καταλήψεις του Μάη ’68 , αλλά και τις ριζοσπαστικές στιγμές του εργατικού κινήματος (καταλήψεις εργοστασίων).Καθώς το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται σ’ ένα κρίσιμο σημείο ύστερα από τις νέες κινήσεις του υπουργείου θεωρούμε ότι μόνο μια επανανοηματοδότησή της συνέλευσης και της κατάληψης στην κατεύθυνση που τέθηκε παραπάνω μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει τον αγώνα μας.

…διαδηλώσεις, ξαναρχίζουμε